ἐκπέμπω

ἐκπέμπω
ἐκ-πέμπω, heraus-, wegschicken, geleiten; σ' ἐκτὸς πυλῶν ἐξέπεμπον, ich ließ dich herauskommen; zu sich herausrufen lassen; ἀποικίας, aussenden; oft mit εἰς verbunden, nach einem Orte hin. Bes. oft bei den Historikern, ein Heer, eine Gesandtschaft, eine Kolonie abschicken. Von Sachen: wegsenden, ausführen; auch δίσκον, schleudern. Stärker: fortschicken, vertreiben; ἐμὲ δ' ἐξέπεμψεν ὁ καπνός, trieb mich heraus; dah. καϑάρμαϑ' ὥς, wegwerfen; γυναῖκα, verstoßen; von sich fortschicken; τὰ πλεονάζοντα τῶν γιγνομένων, den Überfluß der Erzeugnisse. Das pass., ἀνὴρ γὰρ οὐ στενακτὸς ἐξεπέμπετο, er starb

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐκπέμπω — send out pres subj act 1st sg ἐκπέμπω send out pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκπέμπω — εκπέμπω, εξέπεμψα βλ. πίν. 9 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εκπέμπω — (AM ἐκπέμπω) 1. αποστέλλω, εξαποστέλλω («εκπέμπω αποικία», «ἐκπέμπουσι συμπρεσβευτάς») 2. αναδίδω και διασκορπίζω στον χώρο («εκπέμπω λάμψη», «ἐκπέμπω σέλας, πνεῡμα ὑγρόν, δυσοσμίαν κ.λπ.») νεοελλ. 1. απελευθερώνω ηλεκτρόνια τα οποία κινούνται… …   Dictionary of Greek

  • εκπέμπω — εξέπεμψα, μτβ. 1. (για πρόσωπα), στέλνω κάποιον μακριά, τον ξαποστέλνω. 2. (για πράγματα), βγάζω από μέσα μου, ρίχνω κάτι μακριά μου, διαχέω: Ο ήλιος εκπέμπει φως και θερμότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκπέμπετε — ἐκπέμπω send out pres imperat act 2nd pl ἐκπέμπω send out pres ind act 2nd pl ἐκπέμπω send out imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπέμπῃ — ἐκπέμπω send out pres subj mp 2nd sg ἐκπέμπω send out pres ind mp 2nd sg ἐκπέμπω send out pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπέμψουσι — ἐκπέμπω send out aor subj act 3rd pl (epic) ἐκπέμπω send out fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκπέμπω send out fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπέμψουσιν — ἐκπέμπω send out aor subj act 3rd pl (epic) ἐκπέμπω send out fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκπέμπω send out fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπέμψω — ἐκπέμπω send out aor subj act 1st sg ἐκπέμπω send out aor ind mid 2nd sg (epic ionic) ἐκπέμπω send out fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπεμπομένων — ἐκπέμπω send out pres part mp fem gen pl ἐκπέμπω send out pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπεμπόμεθα — ἐκπέμπω send out pres ind mp 1st pl ἐκπέμπω send out imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”